Σάββατο 29 Μαΐου 2010
Δευτέρα 24 Μαΐου 2010
Κυριακή 23 Μαΐου 2010
Παρασκευή 21 Μαΐου 2010
Πέμπτη 20 Μαΐου 2010
Τετάρτη 19 Μαΐου 2010
Δευτέρα 17 Μαΐου 2010
Κυριακή 16 Μαΐου 2010
Γεύσεις, αρώματα και χρώματα τής Ανοιξης

Την Κυριακή 16 Μαίου και ωρα 20.30 στο κέντρο Εικαστικών Τεχνών του Δήμου Παλλήνης (πρώην αποθήκες Καμπά),γιορτάζουμε το "έμπα τής άνοιξης".
Οι σπουδαστές του Εργαστηρίου Τέχνης του Δήμου Παλλήνης, και συγκεκριμένα οι σπουδαστές του 2ου,3ου,4ου και 5ου έτους, του μαθήματος του δασκάλου μας Δημήτρη Μανίνη, Εικαστικά Παίγνια, εκθέτουν τα έργα τους.
Η Εκθεση θα διαρκέσει μέχρι την Πέμπτη 20/5 και απο τις 19.00 μέχρι 21.00.
Οδός Λεονταρίου, Κάντζα Παλλήνης. Είσοδος ελεύθερη.
Σας περιμένουμε!
Σάββατο 15 Μαΐου 2010
Παρασκευή 14 Μαΐου 2010
Τετάρτη 12 Μαΐου 2010

Γεύσεις,αρώματα και χρώματα μέσα απο την χτεσινή εκπομπή μου:)
Καλή ακρόαση!
http://www.sendspace.com/file/ido636
Τρίτη 11 Μαΐου 2010
Δευτέρα 10 Μαΐου 2010
Ποίηση; Γιατί οχι!
http://www.sendspace.com/file/sy90d9
Tango Passion

Αλλη μια εκπομπή ....γιατί...it takes two to tango!
Καλή ακρόαση!
http://www.sendspace.com/file/3jfh51
Κυριακή 9 Μαΐου 2010
Σάββατο 8 Μαΐου 2010
Παρασκευή 7 Μαΐου 2010
Μετά μουσικής...

Μ'ενα κλικ στη παρακάτω url, μπορείτε να κάνετε download την εκπομπή Mix & Match της Σοφίας Κωστούλα aka Fryni, στο www.waveradio.gr
Καλή ακρόαση!
http://www.sendspace.com/file/lh9vtd
Picasso et les Maitres


Κράτησε ζωντανή την επαφή όσο δικαιολογούσε ο μεγάλος συνωστισμός, και καθώς το χέρι της τη συνέδεε με την πηγή του πόθου, αυτή έπλεε, σκεφτόταν, ονειρευόταν, φανταζόταν.
Να ήταν, λέει, ο αγαπημένος της, το ταίρι της, ο σύντροφος, ο άνδρας της και να ‘χουν έρθει πρωτοχρονιάτικες διακοπές στο Παρίσι, να μένουν στο πατρικό του στο 15Ο διαμέρισμα, κοντά στο Montparnasse, να της φέρνει πρωινό στο ανακατεμένο από τις βραδυνές μάχες κρεβάτι, να μουλιάζουν ανέμελοι στη μεγάλη μπανιέρα πλημμυρισμένη από χλιαρό νερό, αιθέριες μυρωδιές ανακατεμένες με ατμούς και μουσική και μετά να ξεμυτίζουν αγκαλιασμένοι στο παγωμένο, χιονισμένο Παρίσι, χωμένοι σε μάλλινα καπέλα, κσμιρένια κασκόλ και γάντια, χοντρά παπούτσια με γούνινη επένδυση, μπουφάν γεμάτα ανάλαφρα πούπουλα. Μετρό, μουσεία, γκαλερί, κονσέρτα στις εκκλησίες του Marais, καυτή σοκολάτα στις μπρασερί της Place de Vosges, ρομαντικά γευσιγνωστικά δείπνα στο Chez Julien, στο Lipp, στις Caves de Soliqnac, περιπλανήσεις στις υπαίθριες αγορές της Porte de Gliqnancourt και του St Cloud, ψώνια στο Bon Marche, στις Galleries Lafayette, στο Bazaar de l’ Hotel de Ville, διονυσιακές βραδιές στη Μονμάρτρη του Lapin Agile. Όλa πιασμένοι χέρι-χέρι, με τα μπράτσα κολλημένα, αχώριστοι, ένα σώμα μια ψυχή.
Προσπάθησε να δεί το πρόσωπό του με την άκρη του ματιού της τη στιγμή που τα σώματά τους ξεχώριζαν με μια οδυνηρή αίσθηση απώλειας. Δεν τα κατάφερε, ήταν πιο ψηλός από αυτήν. Τραβήχτηκε πίσω της. Ή αυτή πήγε μπροστά του; Ένιωσε την πλάτη της να πυρώνεται, καυτά ρίγη διαπέρασαν τη σπονδυλική της στήλη, από τον αυχένα της ξεχύνονταν ποτάμια λάβας προς όλες τις κατευθύνσεις, μια ηφαιστειακή έκρηξη προετοιμάζονταν στο κέντρο του κεφαλιού της.
«Θα γυρίσω να τον δω, να τον αντικρύσω κατάματα, κι ότι θέλει ας γίνει» κατάφερε να σκεφτεί μέσα στην καταιγίδα που σάρωνε το μέσα της.
«Έλα βρε παιδί μου, εδώ είσαι, σε ψάχνουμε παντού, χαθήκαμε μέσα σ’ αυτόν
το χαμό» άκουσε πίσω της τη φωνή της Ειρήνης.
«Εδώ είμαι, βλέπω την έκθεση με το πάσο μου» της απαντάει, έτοιμη να
καταρρεύσει, παραλίγο να βάλει τα κλάματα.
«Δεν είναι κατάσταση αυτή, διαδήλωση γίνεται εδώ μέσα, δεν μπορείς να δεις
τίποτα με την ησυχία σου, είμαστε παστωμένοι σαν σαρδέλες, στριμώχνεται δίπλα σου ο ένας και ο άλλος, άσε που φοβάμαι και για την τσάντα μου μ’ αυτό το στριμωξίδι».
«Εσείς, αν θέλετε, συνεχίστε με πιο γρήγορο ρυθμό, εγώ θέλω να πάω αργά,
να απολάυσω την έκθεση, είναι η πρώτη φορά που τόσα σημαντικά έργα βρίσκονται συγκεντρωμένα σ’ έναν χώρο».
«Καλά, εσύ δεν καταλαβαίνεις τίποτα; Πού βρίσκεσαι;»
«Αχ, πού βρισκόμουν θες να πεις» σκέφτεται μ’ ένα πικρό χαμόγελο.
Την παράτησε σύξυλη και όρμηξε γρήγορα στην επόμενη αίθουσα.
«Αμάν, βρε Ειρήνη με τους πανικούς σου, και δεν πρόλαβα να τον δω, πώς
θα τον βρω τώρα;»
Μόλις έβλεπε κάποιον ψηλότερό της, στεκόταν δίπλα του, έκλεινε τα μάτια, τον πλησίαζε όσο περισσότερο γινόταν, έκλεινε τα μάτια και στεκόταν ακίνητη για λίγα δευτερόλεπτα. Ένα, δύο, τρεις, πέντε, τίποτα. Απογοητεύτηκε, απελπίστηκε. Οι διακοπές στο Παρίσι τέλειωσαν τη δεύτερη κιόλας μέρα.
«Ερωτεύτηκα ένα φάντασμα, μια αίσθηση, μια πνοή»
σκέφτηκε μπροστά από τον πίνακα του Βελάσκεθ με τις παραφουσκωμένες μικρές του παλατιού. Δίπλα οι παραμορφωμένες γεωμετρικές δεσποινίδες του Πικάσο κρυφογελούσαν με το πάθημά της, η μια της έκλεισε το τριγωνικό μάτι της με σημασία.
«Μη στεναχωριέσαι, συμβαίνει σε όλες» της σιγοψιθύρισε «μην το βάζεις κάτω, συνέχισε να τον αναζητάς, κι αν δε βρεις αυτόν, θα είναι κάποιος άλλος» κατέληξε σιβυλλικά.
«Άααλλος; Άααλλος; Εγώ θέλω ΑΑΑυτόν, τον δικό μου, το ταίρι μου, αυτόν που με κάνει να νιώθω, να ονειρεύομαι, να ζω» της απάντησε με ένταση, βγάζοντάς της τη γλώσσα.
Στην επόμενη αίθουσα ξανά τα ίδια, δίπλα σε κάθε ψηλότερό της έκλεινε τα μάτια κι αφουγκραζόταν το μέσα της. Ένας, δύο, έξι, δέκα, ξανά τίποτα. Πιο πολύ είδε την έκθεση με κλειστά μάτια, παρά με ανοιχτά. Σιγά – σιγά έγινε πιο επιλεκτική, χοντροί κι ευτραφείς, κακόγουστα ντυσίματα, μυρωδιές ιδρώτα, λιγδιασμένα μαλλιά, φαλακροί, βρώμικα νύχια αποκλείονταν αυτόματα, μάτια διάπλατα ανοιχτά. Στη συνέχεια άρχισε να διαλέγει και τους πίνακες:
«Σ’ αυτόν μάλλον δεν θα στεκόταν, ούτε και σ’ εκείνον, σ’ αυτόν ίσως, σ’ αυτόν οπωσδήοτε ναι».
Έφτασε στην τελευταία αίθουσα,κι ετούτη κατάμεστη από ψυχές, οσμές, συρσίματα ποδιών στο σκονισμένο δάπεδο, κουρασμένες βαριές αναπνοές, σιγοψιθυρίσματα και δυο-τρεις παιδικές φιγούρες να δίνουν τον τόνο στο υποβλητικό ημίφως.
Ξανά μετρήματα, ζυγίσματα, αποκλεισμοί, πρόσκαιρες ελπίδες και καρδιοχτύπια, απελπισμένες άκαρπες προσπάθειες. Ο έρωτας έφευγε μακριά της, χανόταν. Λες κι έμπαινε μέσα στους κλασσικούς πίνακες και τους φώτιζε ξαφνικά μ’ ένα απόκοσμο τρόπο και μετά διακλαδιζόταν και διαχεόταν στις αιχμηρές γωνίες και τις αδρές, άκομψες καμπύλες του εξπρεσιονισμού, και των πριν του, και των μετά του.
«Ας καθήσω, να τις περιμένω να φύγουμε όλες μαζί» σκέφτηκε την ώρα που καθόταν στο μακρύ πάγκο στο κέντρο της αίθουσας, απέναντι από το αγόρι που κρατούσε το χαλινάρι του αγέρωχου αλόγου, ενώ παραδίπλα η σχέση αγοριού και αλόγου άλλαζε πίσω από το φίλτρο του κυβισμού, έχανε τη νωχέλεια και την αναλαφρότητά της και γινόταν στιβαρή, κτητική, ανταγωνιστική. Βάλθηκε να ξεφυλλίζει αφηρημένα, μάλλον αδιάφορα το ενημερωτικό φυλλάδιο της έκθεσης.
«Άραγε μπροστά σε ποιόν πίνακα ερωτεύτηκα;» αναρωτήθηκε. Προσπάθησε να θυμηθεί, μάταια όμως. «Μάλλον, Βελάσκεθ ήταν, ή μήπως Ελ Γκρέκο; Ίσως αν θυμηθώ το θέμα… Μωρέ, γιατί το κάνω δύσκολο, θα πάω εκεί, επιτόπου, τουλάχιστον ν’ αγοράσω μια αφίσα σε ανάμνηση ενός μεγάλου έρωτα».
Σηκώθηκε με βιάση και σχεδόν τρέχοντας ανάμεσα στο ενοχλημένο πλήθος κατευθύνθηκε προς τις πρώτες αίθουσες της έκθεσης. Πήγαινε κόντρα στο ανθρώπινο ρεύμα, έβλεπε την έκθεση κατ’ αντιστροφήν. Ορισμένοι την κοίταζαν επιτιμητικά με εμφανή δυσαρέσκεια, άλλοι απλά της έκαναν χώρο, σκόνταψε σε απλωμένα πόδια, έπεσε πάνω σ’ ένα διπλό καρότσι με δίδυμα, δυο – τρεις φορές άπλωσε το δεξί χέρι για ν’ ανοίξει δρόμο, ξεγλίστρησε ανάμεσα από χοντροντυμένα σώματα, ή ματιά της διασταυρώθηκε φευγαλέα με απορημένα βλέματα και …
-«Νάτος, αυτός ήταν ο πίνακας, Γκυστάβ Κουρμπέ, «Δεσποινίδες στην όχθη του Σηκουάνα». Ναι, ναι, τη στιγμή που αναρωτιόμουν που είναι ο άνδρας, ίσως κρυμμένος κάπου στο βάθος να κρυφοκοιτάζει, ίσως στο σπίτι να σαλιαρίζει με την υπηρέτρια, ίσως στο γλαρό βλέμμα τους. Ο Πικάσο, όμως, τον έβαλε ανάμεσά τους, τον σύνθεσε με τρίγωνα, τετράγωνα, οξείες και αμβλείες γωνίες, τον πρόσφερε διαχρονικό δώρο στις αποχαυνωμένες τροφαντές κόρες. Εμ, τι σόι Πικάσο θα ήταν, αν τις άφηνε μόνες, χωρίς αντρική πνοή στην αποχαύνωση της παρισινής παραποτάμιας ραστώνης ».
Χάθηκε μέσα στους δυο πίνακες. Στάθηκε στο διάκενο μεταξύ τους και βυθίστηκε σε σκέψεις, αναλύσεις, συγκρίσεις, οργάνωσε έναν διάλογο ανάμεσα στις μοναχικές δεσποινίδες του Κουρμπέ και τις τολμηρές θεληματικές γυναίκες του Πικάσο, έκανε αστραπιαία άλματα από την μια εποχή στην άλλη, παρατηρούσε την εξέλιξη της τεχνικής και της ζωγραφικής, την αναλλοίωτη φύση των θνητών πέρα από χρώματα, απεικονίσεις, σχήματα, εικασίες, καλλιτεχνικά κινήματα, αντιστίξεις και συγκριτικές θεωρίες.
Ένα μπράτσο ακούμπησε το δικό της. Τυλίχτηκε στις φλόγες, έλιωσε σαν κερί, παρέλυσε, εξαφανίστηκε. Ενστικτωδώς γύρισε και τον κοίταξε. Την κοιτούσε κι αυτός χαμογελαστός.
«Δεν είναι υπέροχος αυτός ο πίνακας;» την ρώτησε
Και οι δυο είναι υπέροχοι» του απάντησε «αν μου ζητούσαν να επιλέξω τον
έναν από τους δυο, θα δυσκολευόμουν πολύ»
«Εγώ θα διάλεγα αυτόν του Πικάσο, γιατί έχει συμπεριλάβει και το αντρικό
στοιχείο, δυο γυναίκες μόνες είναι πάντα ένα θλιβερό θέαμα, τουλάχιστον για
έναν άνδρα» έσπευσε να προσθέσει, προλαμβάνοντας ενδεχόμενη αντίδρασή
της.
«Μα και στον πίνακα του Κουρμπέ ο άνδρας είναι απόλυτα παρών, μερικές
φορές η απουσία συνιστά την πιο έντονη παρουσία» του αντέτεινε.
Την κοίταξε σκεφτικός. Έστρεψε ξανά το βλέμμα του στον πίνακα του Κουρμπέ, και μετά στην εκδοχή του Πικάσο. Την ξανακοίταξε.
«Έχετε δίκιο, σαν γυναίκα διαβάσατε τον πίνακα καλύτερα από μένα»
«Μπα, δε νομίζω, κάθε πίνακας έχει πολλαπλές αναγνώσεις ανάλογα με την
οπτική γωνία του θεατή, αυτό είναι και το μεγαλείο της τέχνης, αυτό που την κάνει διαχρονική. Απλά, ο Πικάσο, σ’ αυτήν την περίπτωση διαλέγει να είναι πιο παραστατικός από τον Κουρμπέ».
«Αν κρίνουμε από την προσωπική του ζωή, μάλλον θα του ήταν πολύ
δύσκολο, αν όχι ακατόρθωτο, να υπερβεί τη φύση του και να αφήσει δυο γυναίκες μόνες τους» της είπε και ξέσπασε σ’ ένα δυνατό γέλιο.
Κάποιοι δίπλα του έριξαν έντονες ματιές και ο φύλακας του έγνεψε με το δείχτη του δεξιού χεριού κάθετα στα χείλη του. Την κοίταξε συνωμοτικά.
«Μήπως αν πίναμε μια ζεστή σοκολάτα θα μας βοηθούσε ν’ ανταλλάξουμε πιο
ελεύθερα τις απόψεις μας για την έκθεση;»
Φαντάστηκε ξανά το πρωινό στο κρεβάτι με τ’ ανακατεμένα σεντόνια και τις βόλτες στις όχθες του Σηκουάνα τ’ απογευματινά λίγο πριν τη δύση του ήλιου κάτω από την Παναγία των Παρισίων.
«Μα και βέβαια, πολύ θα το ήθελα, δέχομαι ευχαρίστως της πρόσκλησή σας.
Μια κουβέντα για την τέχνη είναι πάντα ένας γλυκός πειρασμός.»
Την ώρα που διέσχιζαν την τελευταία αίθουσα τις είδε να κάθονται και οι τρεις, στριμωγμένες στον μακρύ καναπέ και να την περιμένουν καρτερικά. Πέρασε από μπροστά τους κλείνοντάς τους το μάτι, δείχνοντάς τους τον συνοδό της μ’ ένα νεύμα του κεφαλιού και χάθηκε στην έξοδο φωνάζοντάς τους:
«Θα σας τηλεφωνήσω, μη με περιμένετε το βράδυ»
Λένα Σουλαντίκα/ 2009
Πέμπτη 6 Μαΐου 2010
Τετάρτη 5 Μαΐου 2010
Τετάρτη 28 Απριλίου 2010
Πέμπτη 22 Απριλίου 2010
Τετάρτη 21 Απριλίου 2010
Κυριακή 18 Απριλίου 2010
Σάββατο 17 Απριλίου 2010
Κυριακή 11 Απριλίου 2010
Σάββατο 10 Απριλίου 2010
Παρασκευή 9 Απριλίου 2010
Τι σημαίνει επιτυχία?

Τι σημαίνει επιτυχία;» τη ρώτησα
Περιδιάβαινε με αργόσυρτα βήματα τις ευρύχωρες ψηλοτάβανες φωτεινές αίθουσες του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης της παραθαλάσσιας πόλης στα βόρεια της Σκανδιναβικής χερσονήσου. Πίνακες, γλυπτά, περίπλοκες κατασκευές με απλά υλικά καθημερινής χρήσης, άναρχες συστάδες από κορινες και πλαστικά διάφανα μπουκάλια, ένα ζευγάρι τεράστιες άσπρες γαλότσες στη μέση της αίθουσας, ένας μαύρος κύκλος κρεμασμένος από το ταβάνι, στρυφνοί ηλεκτρονικοί ήχοι, σωλήνες στις μουντές πολύχρωμες αποχρώσεις του νέον, μια ξύλινη καρέκλα στο έντονο μπλε του λάπις – λάζουλι, ένα συνονθύλευμα από ποικιλόχρωμα πέη, αιδοία, μάτια, χείλια και αυτιά, μια χαλκοπράσινη βρύση που έσταζε αίμα και δάκρυα, ένας μισοσκουριασμένος κινητήρας με άσπρα αγγελικά φτερά, ένας θρυμματισμένος καθρέπτης – μισός στον τοίχο, μισός στο δάπεδο.
Στάθηκε μπροστά από τους δυο μεγάλους πίνακες της τελευταίας αίθουσας. Δυο μεγάλοι τετράγωνοι πίνακες πάνω σ ‘ έναν κατάλευκο μεγάλο τοίχο. Σχεδόν κατέληγαν στο πάτωμα. Τους παρατήρησε προσεκτικά. Έσκυψε χαμηλά να διαβάσει την πινακίδα του πίνακα στα αριστερά. «Σπουδή στην αποτυχία» έργο αγνώστου, Όσλο 1946 – 1948.
Άτακτα γεωμετρικά σχήματα που διατρέχονταν από ασύνδετες, ασπρόμαυρες ευθείες γραμμές. Παραμορφωμένα πολύγωνα, ελλείψεις, άμορφα σχήματα που τέμνονταν, άτακτοι στροβιλισμοί ατέρμονων σπειρωμάτων, σκούρα βαθιά τυρβώδη ποτάμια που εξαφανίζονταν σε ερεβώδη σπηλαια, απισχνασμένα γυμνά κορμιά που αναδύονταν μέσα από τις πτυχές των διαπλεκόμενων σχημάτων σφιχταγκαλιασμένα με δαιμονικά ζώα, ανθρώπινα μέλη τσακισμένα από την υπέρτατη ένταση, κατακόκκινα μάτια με την έκφραση της συντριβής και της ματαίωσης. Σκούρες μπλε, καφεκόκκινες και γκρίζες αδρές πινελιές διέτρεχαν τον πίνακα υπερτονίζοντας την αίσθηση του ευμετάβλητου,, του απροσδιόριστου, του ασύνδετου, του ασυνεχούς.
Έστρεψε το βλέμμα στον άλλο πίνακα, στα δεξιά. Ξανάσκυψε χαμηλά και διάβασε τη λεζάντα: «Ο μύθος της επιτυχίας» έργο αγνώστου, Ελσίνκι, 1936 – 1938.
Τρεις πλατιές, κίτρινες, παράλληλες γραμμές διέσχιζαν τον μακρόστενο πίνακα από
τη μια άκρη στην άλλη καταμερίζοντάς τον ισομερώς σε τρία τετράγωνα. Στο πάνω,
ένας μεγάλος βαθύ καφέ κύβος εδραζόταν με ασφάλεια στη βάση του πίνακα. Στο
μεσαίο τμήμα τρία κόκκινα σφαιρικά σχήματα εφαπτόμενα μεταξύ τους και μια μεγάλη άσπρη γραμμή να ενώνει τα κέντρα τους. Στο επάνω τμήμα του πίνακα μια πολύχρωμη τραμπάλα σε ανάλογη ισορροπία. Στη δεξιά μεριά της μια ανθρώπινη πυραμίδα, στην πρώτη σειρά, άνδρες με ομοιόμορφα ριγέ γκριζόμαυρα κοστούμια, στη δεύτερη σειρά γυναίκες με χρυσαφί μακριές τουαλέτες και ψηλοτάκουνες μαύρες λουστρίνι γόβες και στην πάνω σειρά μικρά παιδιά, αγόρια και κορίτσια, τ’ αγόρια ίδια ντυμένα με τους άνδρες, τα κορίτσια ίδια με τις γυναίκες. Στην αριστερή πλευρά μια μεγάλη σφαίρα σε συμμετρική επαφή με την τραμπάλα. Μέσα στη σφαίρα ανακατεμένα σπίτια, αυτοκίνητα, βιβλία, τηλέφωνα, τηλεοράσεις, υπολογιστές,αιωρουμενες χρυσές λίρες και χαρτονομίσματα, κοσμήματα, ένα μπρούτζινο λυχνάρι του Αλαντίν, περγαμηνές, παράσημα, αγάλματα, αρχαίοι ναοί, μουσικά όργανα, καράβια, μεγάλοι δρόμοι, τρένα, αεροπλάνα, χειραψίες, σφραγίδες, μπουκάλια σαμπάνιας, κουτιά με πούρα, διαμαντένια ρολόγια, εκκλησίες και αρχαίοι ναοί, παλάτια, άλογα, όπλα. Και παντού διάσπαρτες νιφάδες χιονιού και μικρές, μικρές σταγόνες αίματος.
Γύρισε την πλάτη στους δυο πίνακες και κατευθύνθηκε προς τον τρίτο πίνακα της αίθουσας στον απέναντι τοίχο. Έσκυψε να διαβάσει την επιγραφή στο κέντρο στο κάτω μέρος του μεγάλου τετράγωνου πίνακα. «Χωρίς τίτλο, έργο αγνώστου, πιθανή ημερομηνία από χρονολόγηση 1680 – 1700».
Μια αχτίδα φωτός αναδυόταν από έναν υπέροχα φωτισμένο ιώδη ουρανό, βυθιζόταν στα ήρεμα νερά της θάλασσας, το λαμπερό κίτρινο γινόταν φωτεινό θαλασσί, και ξεχυνόταν στα λιγοστά σπίτια του μικρού χωριού στην μικρή πεδιάδα ανάμεσα στα βουνά. Η αχτίδα πέρναγε μέσα από το μικρά αγροτόσπιτα, λικνιζόταν τριγύρω από τις θημωνιές, έβαφε ροδαλά τα μάγουλα των μικρών παιδιών που έπαιζαν κρυφτό ανάμεσα στα ψηλά στάχυα, κούρνιαζε για λίγο στις βαθιές ρυτίδες και στα ροζιασμένα χέρια των θεριστάδων, αντανακλούσε και στην ακμή των δρεπανιών και ξεχυνόταν στον αέρα μέχρι να βυθιστεί μετά ένα τελευταίο παιχνίδισμα στο εύφορο χώμα που ήταν έτοιμο να ξαναβλαστήσει ζωή.
Στάθηκε στο κέντρο της αίθουσας με το κεφάλι χαμηλά και τα μάτια κλειστά. Δίπλα της ένιωσε την παρουσία του και μηχανικά απλωσε το χέρι της προς το μέρος του. Της έπιασε το χέρι και το κράτησε δυνατά.
«Τι είναι η επιτυχία;» τη ρώτησε χαμηλόφωνα.
«Δεν ξέρω», του απάντησε «ίσως μια αχτίδα ζωής ίσως ένα ανοιγοκλεισιμο του ματιού, ίσως μια μικρη αδιορατη ευτυχισμένη στιγμή, ίσως το χέρι μου μέσα στο χέρι σου εδώ,τωρα».
«Πάμε για έναν καφέ στο μικρό μπιστρό απέναντι;» τη ρώτησε.
«Πάμε» του είπε.
Λένα Σουλαντίκα
Διαλογος Αχματοβα-Χοππερ
Πλασματικός διάλογος Αχματοβα – Χόππερ / Λογοχρώματα
Αχμ.
:
Που να κατευθύνω τους στίχους μου; Νόμιζα ότι στη Σοβιετική Ένωση στρέφονταν τα βέλη μου, στην ανημποριά μου.
Χόππερ
:
Τι παρασταίνω με τα χρώματά μου; Ζέστη ή κρύο; Τι θα δουν στους πίνακές μου οι μέλλουσες γενιές;Αχμ.:
Χρωματικές μοναξιές, ότι θα διαβάσουν και στα λόγια μου, μόνο που εγώ δεν μπορώ να τα χρωματίσω, γκρίζα μου βγαίνουν και μερικές μορφές μαύρα. Είναι σα να ‘μαστε παντού συγχρόνως, δέσμιοι κάθε υπαρκτού πράγματος. Η ποίηση ζωγραφίζει τις σκέψεις.
Χόππερ
:
Η ζωγραφική μετασχηματίζει τις πράξεις. Δεξάμενος γαρ του κάλλους την απορροήν δια των ομμάτων εθερμάνθη. Και δια των χρωμάτων της άνοιξης και του φθινοπώρου.
Αχμ.
:
Να γράφεις είναι να γυρίζεις που και που πίσω σου και ν’ αντικρύζεις την αστραπή του σηκωμένου τσεκουριού, να βλέπεις μονομιάς το τέλος του αινίγματος. Όταν γυρίζω πίσω απώλειες αντικρίζω, χαλάσματα, ξοδεμένες ζωές, την ασχήμια του απόλυτου.
Χόππερ
:
Ο πιο σύντομος δρόμος για να συναντήσεις τον εαυτό σου είναι να ξεκόψεις από αυτόν. Φύγε, μακριά, ξέχασε για λίγο, και μετά προσπάθησε να ξαναθυμηθείς. Τότε θα ζωγραφίσεις με τους στιχους σου, τότε θα τα καταφέρεις να βάλεις και χρώμα
Αχμ.
:
Συνδιαλεγόμουν καλύτερα σε μονούς αριθμούς, μεγαλύτερους της μονάδας.
Χόππερ
:
Απεικονίζουμε ευκρινέστερα σε ζυγούς αριθμούς, ακόμη και με το δύο. Το βλέπω το δύο, έστω και μέσα στο πολωμένο φως, δεν το παραμορφώνει, το αναδεικνύει η πόλωση.
Αχμ.
:
Ο θάνατος, η απώλεια, το σκοτάδι είναι η γυαλιστερή κόψη του τσεκουριού. Θερίζει ο Χάρος ,ακόμη κι αυτούς που δεν θέλει να πάρει. Είναι η φύση του να κόβει ζωές.
Χόππερ
:
Ο Αύγουστος είναι ο θεριστής σε χρυσαφένιους σιτοβολώνες. Ζωγραφίζω τις θημωνιές στον απόηχο της φάμπρικας.
Αχμ.
:
Μαύρη θάλασσα, άσπροι χειμώνες στη στέπα, κατεδαφισμένοι έρωτες, ψυχικοί ακρωτηριασμοί. Πώς να τα ‘μολογήσεις όλα αυτά;
Χόππερ
:
Φύγε και μη γυρίσεις. Μείνε γυμνή στο μισοφωτισμένο δωμάτιο. Κοίταξε έξω από το παράθυρο και ψιθύρισε τους στιχους σου στον αέρα.
Αχμ.
:
Έλα και μη φύγεις. Βάλε με στον καμβά σου και χρωμάτισέ με στα βυζαντινά κόκκινα και στους τόνους της σκουριάς. Γύρω από το κεφάλι μου φωτοστέφανο να σχεδιάσεις. Και τη θάλασσα να την ζωγραφίσεις στο μπλε του ουρανού
Χόππερ
:
Πώς να βάλω στον καμβά τη μουσική που αντικρίζω στα μάτια σου, την αγέρωχη μελαχρινή ομορφιά σου; Πώς να χρωματίσω όλους τους τόνους του γκρι του νου σου;
Αχμ.
:
Πώς να υμνήσω τους ήχους της παλέτας σου, με ποιες λέξεις να περιγράψω τα αγαλμάτινα κορμιά σου; Σπουδή στον άνθρωπο θα κάνω, διάφανες εκφανσεις θα αποδώσω.
Χόππερ
:
Σπονδή στον άνθρωπο θα κάνω, με διάφανα χρώματα θα τον (απο)καλύψωΛένα Σουλαντίκα









