Παρασκευή, 9 Απριλίου 2010

Διαλογος Αχματοβα-Χοππερ




Πλασματικός διάλογος Αχματοβα – Χόππερ / Λογοχρώματα



Αχμ.
:
Που να κατευθύνω τους στίχους μου; Νόμιζα ότι στη Σοβιετική Ένωση στρέφονταν τα βέλη μου, στην ανημποριά μου.



Χόππερ
:
Τι παρασταίνω με τα χρώματά μου; Ζέστη ή κρύο; Τι θα δουν στους πίνακές μου οι μέλλουσες γενιές;


Αχμ.:


Χρωματικές μοναξιές, ότι θα διαβάσουν και στα λόγια μου, μόνο που εγώ δεν μπορώ να τα χρωματίσω, γκρίζα μου βγαίνουν και μερικές μορφές μαύρα. Είναι σα να ‘μαστε παντού συγχρόνως, δέσμιοι κάθε υπαρκτού πράγματος. Η ποίηση ζωγραφίζει τις σκέψεις.


Χόππερ
:
Η ζωγραφική μετασχηματίζει τις πράξεις. Δεξάμενος γαρ του κάλλους την απορροήν δια των ομμάτων εθερμάνθη. Και δια των χρωμάτων της άνοιξης και του φθινοπώρου.



Αχμ.
:
Να γράφεις είναι να γυρίζεις που και που πίσω σου και ν’ αντικρύζεις την αστραπή του σηκωμένου τσεκουριού, να βλέπεις μονομιάς το τέλος του αινίγματος. Όταν γυρίζω πίσω απώλειες αντικρίζω, χαλάσματα, ξοδεμένες ζωές, την ασχήμια του απόλυτου.



Χόππερ
:
Ο πιο σύντομος δρόμος για να συναντήσεις τον εαυτό σου είναι να ξεκόψεις από αυτόν. Φύγε, μακριά, ξέχασε για λίγο, και μετά προσπάθησε να ξαναθυμηθείς. Τότε θα ζωγραφίσεις με τους στιχους σου, τότε θα τα καταφέρεις να βάλεις και χρώμα



Αχμ.
:
Συνδιαλεγόμουν καλύτερα σε μονούς αριθμούς, μεγαλύτερους της μονάδας.
Χόππερ
:
Απεικονίζουμε ευκρινέστερα σε ζυγούς αριθμούς, ακόμη και με το δύο. Το βλέπω το δύο, έστω και μέσα στο πολωμένο φως, δεν το παραμορφώνει, το αναδεικνύει η πόλωση.



Αχμ.
:
Ο θάνατος, η απώλεια, το σκοτάδι είναι η γυαλιστερή κόψη του τσεκουριού. Θερίζει ο Χάρος ,ακόμη κι αυτούς που δεν θέλει να πάρει. Είναι η φύση του να κόβει ζωές.



Χόππερ
:
Ο Αύγουστος είναι ο θεριστής σε χρυσαφένιους σιτοβολώνες. Ζωγραφίζω τις θημωνιές στον απόηχο της φάμπρικας.



Αχμ.
:
Μαύρη θάλασσα, άσπροι χειμώνες στη στέπα, κατεδαφισμένοι έρωτες, ψυχικοί ακρωτηριασμοί. Πώς να τα ‘μολογήσεις όλα αυτά;



Χόππερ
:
Φύγε και μη γυρίσεις. Μείνε γυμνή στο μισοφωτισμένο δωμάτιο. Κοίταξε έξω από το παράθυρο και ψιθύρισε τους στιχους σου στον αέρα.



Αχμ.
:
Έλα και μη φύγεις. Βάλε με στον καμβά σου και χρωμάτισέ με στα βυζαντινά κόκκινα και στους τόνους της σκουριάς. Γύρω από το κεφάλι μου φωτοστέφανο να σχεδιάσεις. Και τη θάλασσα να την ζωγραφίσεις στο μπλε του ουρανού



Χόππερ
:
Πώς να βάλω στον καμβά τη μουσική που αντικρίζω στα μάτια σου, την αγέρωχη μελαχρινή ομορφιά σου; Πώς να χρωματίσω όλους τους τόνους του γκρι του νου σου;
Αχμ.
:
Πώς να υμνήσω τους ήχους της παλέτας σου, με ποιες λέξεις να περιγράψω τα αγαλμάτινα κορμιά σου; Σπουδή στον άνθρωπο θα κάνω, διάφανες εκφανσεις θα αποδώσω.



Χόππερ
:
Σπονδή στον άνθρωπο θα κάνω, με διάφανα χρώματα θα τον (απο)καλύψω



Λένα Σουλαντίκα


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου