Παρασκευή, 9 Απριλίου 2010

Τι σημαίνει επιτυχία?





Τι σημαίνει επιτυχία;» τη ρώτησα

Περιδιάβαινε με αργόσυρτα βήματα τις ευρύχωρες ψηλοτάβανες φωτεινές αίθουσες του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης της παραθαλάσσιας πόλης στα βόρεια της Σκανδιναβικής χερσονήσου. Πίνακες, γλυπτά, περίπλοκες κατασκευές με απλά υλικά καθημερινής χρήσης, άναρχες συστάδες από κορινες και πλαστικά διάφανα μπουκάλια, ένα ζευγάρι τεράστιες άσπρες γαλότσες στη μέση της αίθουσας, ένας μαύρος κύκλος κρεμασμένος από το ταβάνι, στρυφνοί ηλεκτρονικοί ήχοι, σωλήνες στις μουντές πολύχρωμες αποχρώσεις του νέον, μια ξύλινη καρέκλα στο έντονο μπλε του λάπις – λάζουλι, ένα συνονθύλευμα από ποικιλόχρωμα πέη, αιδοία, μάτια, χείλια και αυτιά, μια χαλκοπράσινη βρύση που έσταζε αίμα και δάκρυα, ένας μισοσκουριασμένος κινητήρας με άσπρα αγγελικά φτερά, ένας θρυμματισμένος καθρέπτης – μισός στον τοίχο, μισός στο δάπεδο.

Στάθηκε μπροστά από τους δυο μεγάλους πίνακες της τελευταίας αίθουσας. Δυο μεγάλοι τετράγωνοι πίνακες πάνω σ ‘ έναν κατάλευκο μεγάλο τοίχο. Σχεδόν κατέληγαν στο πάτωμα. Τους παρατήρησε προσεκτικά. Έσκυψε χαμηλά να διαβάσει την πινακίδα του πίνακα στα αριστερά. «Σπουδή στην αποτυχία» έργο αγνώστου, Όσλο 1946 – 1948.

Άτακτα γεωμετρικά σχήματα που διατρέχονταν από ασύνδετες, ασπρόμαυρες ευθείες γραμμές. Παραμορφωμένα πολύγωνα, ελλείψεις, άμορφα σχήματα που τέμνονταν, άτακτοι στροβιλισμοί ατέρμονων σπειρωμάτων, σκούρα βαθιά τυρβώδη ποτάμια που εξαφανίζονταν σε ερεβώδη σπηλαια, απισχνασμένα γυμνά κορμιά που αναδύονταν μέσα από τις πτυχές των διαπλεκόμενων σχημάτων σφιχταγκαλιασμένα με δαιμονικά ζώα, ανθρώπινα μέλη τσακισμένα από την υπέρτατη ένταση, κατακόκκινα μάτια με την έκφραση της συντριβής και της ματαίωσης. Σκούρες μπλε, καφεκόκκινες και γκρίζες αδρές πινελιές διέτρεχαν τον πίνακα υπερτονίζοντας την αίσθηση του ευμετάβλητου,, του απροσδιόριστου, του ασύνδετου, του ασυνεχούς.

Έστρεψε το βλέμμα στον άλλο πίνακα, στα δεξιά. Ξανάσκυψε χαμηλά και διάβασε τη λεζάντα: «Ο μύθος της επιτυχίας» έργο αγνώστου, Ελσίνκι, 1936 – 1938.

Τρεις πλατιές, κίτρινες, παράλληλες γραμμές διέσχιζαν τον μακρόστενο πίνακα από
τη μια άκρη στην άλλη καταμερίζοντάς τον ισομερώς σε τρία τετράγωνα. Στο πάνω,
ένας μεγάλος βαθύ καφέ κύβος εδραζόταν με ασφάλεια στη βάση του πίνακα. Στο
μεσαίο τμήμα τρία κόκκινα σφαιρικά σχήματα εφαπτόμενα μεταξύ τους και μια μεγάλη άσπρη γραμμή να ενώνει τα κέντρα τους. Στο επάνω τμήμα του πίνακα μια πολύχρωμη τραμπάλα σε ανάλογη ισορροπία. Στη δεξιά μεριά της μια ανθρώπινη πυραμίδα, στην πρώτη σειρά, άνδρες με ομοιόμορφα ριγέ γκριζόμαυρα κοστούμια, στη δεύτερη σειρά γυναίκες με χρυσαφί μακριές τουαλέτες και ψηλοτάκουνες μαύρες λουστρίνι γόβες και στην πάνω σειρά μικρά παιδιά, αγόρια και κορίτσια, τ’ αγόρια ίδια ντυμένα με τους άνδρες, τα κορίτσια ίδια με τις γυναίκες. Στην αριστερή πλευρά μια μεγάλη σφαίρα σε συμμετρική επαφή με την τραμπάλα. Μέσα στη σφαίρα ανακατεμένα σπίτια, αυτοκίνητα, βιβλία, τηλέφωνα, τηλεοράσεις, υπολογιστές,αιωρουμενες χρυσές λίρες και χαρτονομίσματα, κοσμήματα, ένα μπρούτζινο λυχνάρι του Αλαντίν, περγαμηνές, παράσημα, αγάλματα, αρχαίοι ναοί, μουσικά όργανα, καράβια, μεγάλοι δρόμοι, τρένα, αεροπλάνα, χειραψίες, σφραγίδες, μπουκάλια σαμπάνιας, κουτιά με πούρα, διαμαντένια ρολόγια, εκκλησίες και αρχαίοι ναοί, παλάτια, άλογα, όπλα. Και παντού διάσπαρτες νιφάδες χιονιού και μικρές, μικρές σταγόνες αίματος.

Γύρισε την πλάτη στους δυο πίνακες και κατευθύνθηκε προς τον τρίτο πίνακα της αίθουσας στον απέναντι τοίχο. Έσκυψε να διαβάσει την επιγραφή στο κέντρο στο κάτω μέρος του μεγάλου τετράγωνου πίνακα. «Χωρίς τίτλο, έργο αγνώστου, πιθανή ημερομηνία από χρονολόγηση 1680 – 1700».

Μια αχτίδα φωτός αναδυόταν από έναν υπέροχα φωτισμένο ιώδη ουρανό, βυθιζόταν στα ήρεμα νερά της θάλασσας, το λαμπερό κίτρινο γινόταν φωτεινό θαλασσί, και ξεχυνόταν στα λιγοστά σπίτια του μικρού χωριού στην μικρή πεδιάδα ανάμεσα στα βουνά. Η αχτίδα πέρναγε μέσα από το μικρά αγροτόσπιτα, λικνιζόταν τριγύρω από τις θημωνιές, έβαφε ροδαλά τα μάγουλα των μικρών παιδιών που έπαιζαν κρυφτό ανάμεσα στα ψηλά στάχυα, κούρνιαζε για λίγο στις βαθιές ρυτίδες και στα ροζιασμένα χέρια των θεριστάδων, αντανακλούσε και στην ακμή των δρεπανιών και ξεχυνόταν στον αέρα μέχρι να βυθιστεί μετά ένα τελευταίο παιχνίδισμα στο εύφορο χώμα που ήταν έτοιμο να ξαναβλαστήσει ζωή.

Στάθηκε στο κέντρο της αίθουσας με το κεφάλι χαμηλά και τα μάτια κλειστά. Δίπλα της ένιωσε την παρουσία του και μηχανικά απλωσε το χέρι της προς το μέρος του. Της έπιασε το χέρι και το κράτησε δυνατά.

«Τι είναι η επιτυχία;» τη ρώτησε χαμηλόφωνα.
«Δεν ξέρω», του απάντησε «ίσως μια αχτίδα ζωής ίσως ένα ανοιγοκλεισιμο του ματιού, ίσως μια μικρη αδιορατη ευτυχισμένη στιγμή, ίσως το χέρι μου μέσα στο χέρι σου εδώ,τωρα».
«Πάμε για έναν καφέ στο μικρό μπιστρό απέναντι;» τη ρώτησε.
«Πάμε» του είπε.



Λένα Σουλαντίκα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου